Βιβλία

Ζώντας σε ένα αρκετά ηλεκτρονικοποιημένο κόσμο, με σχεδόν το σύνολο των εφημερίδων να έχουν την ύλη τους, εκτός από έντυπη, παράλληλα και ψηφιακή, με τα blogs και τα λοιπά κοινωνικά δίκτυα, κάποιες φορές να προπορεύονται σε ενημέρωση των παραδοσιακών μέσων, η έντυπη πληροφόρηση, χάνει σταθερά έδαφος. Η κοινωνία της πληροφορίας είναι πολύ βιαστική για να περιμένει συγγραφή, διόρθωση, σελιδοποίηση, εκτύπωση κλπ. Ιδιαίτερα δε, όταν μιλάμε για e-books, όπου εκεί τα πράγματα κάνουν το μέλλον του χαρτιού ακόμα πιο ζοφερό.

Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι το βιβλίο θα εξαφανιστεί ποτέ. Ίσως -και μάλλον θα έπρεπε- εκείνο που θα εξαφανιστεί να είναι οι εγκυκλοπαίδειες και κάποια τέτοιου τύπου πολύτομα έργα, για τρεις λόγους: Τεράστια κατανάλωση χαρτιού για πληροφορίες που κανείς δεν θα διαβάσει ποτέ, ευκολότερη προσπέλαση λόγω του υπερκειμένου και τέλος κατοχή όσων πραγματικά χρειαζόμαστε.

Όσο για τον χάρτινο φίλο μας, τον χιλιοδιαβασμένο, πολυδανεισμένο, ζωγραφισμένο, υπογραμμισμένο, crossαρισμένο, με τις σημειώσεις του, τις αφιερώσεις του, τους σελιδοδείκτες του και τις τσακισμένες σελίδες του, δεν νομίζω ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε ποτέ μακριά του. Καλή η εύκολα προσβάσιμη πληροφορία, αλλά θα περάσουν πολλές γενιές ακόμα που θα διαβάσουν τον Βερν σε χαρτί.

Πέρα όμως από όλες αυτές τις υποθέσεις υπάρχει ένα παρόν το οποίο, μέσω της ψηφιακής διαδικασίας, δίνει στο βιβλίο ένα φοβερό πλεονέκτημα. Σχεδόν όλα τα βιβλιοπωλεία πια, έχουν και ηλεκτρονικό κατάστημα, με φοβερές επιλογές αναζήτησης και παράδοση στο σπίτι. Ο λόγος όμως που γράφω το άρθρο είναι γιατί σήμερα ανακάλυψα ένα λίγο διαφορετικό ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο. Το Σπάνια Βιβλία κάνει αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος του, αναλαμβάνει, δηλαδή, μετά από μία δωρεάν εγγραφή, να αναζητήσει για τον αιτούντα το σπάνιο ή εξαντλημένο βιβλίο.

Δεν ξέρω πως σας φάνηκε, αλλά εγώ πολύ συγκινήθηκα…

Καλές Απόζεστες (updated)

Update 12/2/2010, 16:20: Go to the end of the text

Από το προηγούμενο post μέχρι σήμερα, συνέβησαν τα εξής: Μερικές μέρες συνοδός σε νοσοκομείο, ευτυχώς με ευχάριστα αποτελέσματα, δύο ταξίδια στα Γιάννενα για τον προηγούμενο λόγο, δύο εργασίες για το πανεπιστήμιο, μερικές αγχωτικές καταστάσεις που ζητούσαν άμεσα λύση, μερικά εξωblogικά κείμενα -επίκειται σύντομα έκπληξη, αν όλα πάνε καλά- που δεν είδαν δημόσιο φώς, πολύ κούραση και, μετά από όλα αυτά, καμιά 20αριά ώρες ύπνο, με διαλείμματα μόνο για κατούρημα, για να ισιώσω.

Οπότε, η αναμονή στην οποία προέτρεπε ο προηγούμενος τίτλος λαμβάνει τέλος άδοξο, αφού μου έφυγε η όρεξη, ξέχασα τι ήθελα να γράψω και είχα και μία σχετική παρότρυνση από την καλή μου φίλη, συμφοιτήτρια και συνοδοιπόρο Βίκυ. Βέβαια η ζωή είναι μία συνεχής αναμονή για κάτι, οπότε σε πολλούς τομείς αναμένουμε νεότερα και εξελίξεις σοβαρές. Και το καλό που τους θέλω είναι αυτή τη φορά να έρθουν όπως τις θέλω, για να μη τις πάρει και τις σηκώσει. Μόνο ο Δον Κιχώτης θα κυνηγάει ανεμόμυλους; Θα κυνηγάω και εγώ εξελίξεις και σε περίπτωση που τις πιάσω και δεν έχουν πάει όπως τις θέλω, θα δουν τι έχουν να πάθουν. Αμέ, ναι!

Ας καρναβαλιστούμε λοιπόν ήσυχοι για λίγο, προσπαθώντας να ξορκίσουμε το πολύ κρύο με το λογοπαίγνιο για τις Απόκριες, οι οποίες έπεσαν και αυτές θύματα της γλωσσικής μου σχιζογκάζιας -και ουχί σχιζοφρένιας- και έγιναν Απόζεστες.

Μήπως να γράψω και ένα ποίημα; Για να δούμε…

Απόγευμα δεν είναι, κουρνιάσαν τα πουλάκια
μα είναι πια χαράματα, λαλούν τα κοκοράκια

και αφού είμαι ακόμα ζωντανός, πεινάνε τα κοράκια
λέω να μαζέψω κουτσουλιές, απ’ τα περιστεράκια.

Φτάνει. Δεν μου βγαίνει άλλο. Άμα είναι να πάρω το Νόμπελ, το παίρνω κι έτσι. Αλλά που να καταλάβουν και αυτοί τα βαθιά νοήματα, που κρύβονται πίσω από αυτούς τους, φαινομενικά αθώους, όμως βαρέως πολιτικούς στίχους.

Σας φιλώ βιδωτά, στριφογυριστά, κόντρα παξιμαδωτά και εύχομαι να επιστρέψω με πολύ ευχάριστα νέα, που ίσως εγκαινιάσουν μια καινούρια περίοδο για τούτο εδώ το ιστολόγιο…

Update 12/2/2010, 16:20:

Επειδή σήμερα ξεκινάνε οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες στον Καναδά, όπως πληροφορήθηκα με το που ξύπνησα από το Google, ανεβάζω και ένα βιντεάκι που μου έστειλε η προαναφερθείσα καλή μου φίλη, για να θυμάστε ότι κάποια πράγματα είναι μόνο για επαγγελματίες και δεν πρέπει να τα δοκιμάζουμε από μόνοι μας.

Εν αναμονή

Τον τελευταίο καιρό, παρακολουθώ το “σήριαλ” που παίζεται με το βιβλίο της κας Δραγώνα και τις παραποιήσεις συγκεκριμένων σημείων που δημοσιεύτηκαν, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από διάφορες πολιτικές πλευρές. Αναπόφευκτα, οι αντιδράσεις του Μίκη Θεοδωράκη και οι πέριξ αυτών συζητήσεις, είναι οι πιο κερδισμένες σε μερίδιο ενασχόλησης. Και αυτό διότι, αφενός είναι διαμετρικά αντίθετες με τις, μέχρι τώρα, γνωστές πολιτικές του πεποιθήσεις, σε σημείο να φτάνουν να ταυτίζονται πλήρως με τη αντίπερα όχθη και, αφετέρου, επειδή, παρά την πλήρη αποσαφήνιση των περί ων ο λόγος εδαφίων και την αποδεδειγμένη χάλκευσή τους, εκείνος συνεχίζει ακάθεκτος την ίδια και απαράλλαχτη πολεμική εναντίων της.

Ξεκίνησα λοιπόν να γράφω και εγώ ένα post, με αφορμή αυτό το θέμα και με πρόθεση να καταδείξω κάτι που εδώ και πολλά χρόνια πιστεύω ακράδαντα: Ότι οι έννοιες δεξιός, αριστερός και λοιπά, είναι εδώ και χρόνια απολύτως κενές περιεχομένου, νεκρές σε προχωρημένη αποσύνθεση, αλλά εμείς συνεχίζουμε, από τον πρώτο έως τον τελευταίο πολίτη σχεδόν όλων των κρατών, να περιφέρουμε τα εναπομείναντα λείψανά τους· έτυχε όμως, κατά διαβολική σύμπτωση εξαιρετικής σπανιότητας, να έχω ανοιχτή την τηλεόραση. Πήρε λοιπόν το αυτί μου κάτι, που έκανε το μάτι μου να αλλάξει θέση, το οποίο με τη σειρά του απαγόρευσε στον εγκέφαλό μου να συνεχίσει τις εντολές, που μέχρι εκείνη τη στιγμή έκαναν τα δάχτυλά μου να γράφουν το κείμενο. Αφού το δάχτυλό μου έξυσε το αυτί μου για να κλείσει ο κύκλος, ενημερώθηκα για επικείμενο γεγονός, ήσσονος σημασίας υπό άλλες συνθήκες· δεδομένης της καταστάσεως όμως, αποφάσισα να αναβάλω το κείμενο για μερικές μέρες.

Το εν λόγω γεγονός, είναι ότι την Τρίτη ο Λαζόπουλος θα έχει Αλ Τσαντίρι. Υπό κανονικές συνθήκες, θα μου ήταν παντελώς αδιάφορο. Όμως ο Μίκης, μέσα σε ένα ντελίριο, λίαν επιεικώς, φαιδρών δηλώσεων επί του θέματος, έχει αναφέρει και κάτι για φίμωσή του ή αποκλεισμό του ή κάπως έτσι τέλος πάντων, από τα ΜΜΕ. Από την άλλη, ο Λάκης έχει καταφέρει ένα μοναδικό στα χρονικά επίτευγμα· να παραδίδει αντιρατσιστικά μαθήματα, διαβάζοντας, παράλληλα, κάθε λογής εθνικιστικά παραληρήματα και ιδιαίτερα του Μίκη. Σκέφτηκα λοιπόν να δω πρώτα κατά πόσο θα ασχοληθεί και αυτή τη φορά μαζί του και να σιγουρευτώ αν έχει 99% ή 100% άδικο, οπότε να το ολοκληρώσω και να το δημοσιεύσω μετά.

Υ.Γ. 1 Όλα αυτά υπό την προϋπόθεση ότι θα είμαι μέσα στο χρόνο για 2 εργασίες που έχω να παραδώσω μέσα στις 2 επόμενες εβδομάδες για το Πανεπιστήμιο.

Υ.Γ. 2 Δεν βάζω κανένα link, γιατί έχω διαβάσει τόσα αξιόλογα πράγματα, που σίγουρα θα αδικούσα όσους θα ξέχναγα, καθώς και γιατί το internet βρίθει αποτελεσμάτων με πολύ απλά googlίσματα.

Υ.Γ. 3 Ζητώ συγνώμη για τα σχόλια που δεν έχω απαντήσει σε προηγούμενα posts. Ελπίζω να το έχω κάνει μέχρι αύριο το βράδυ.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ’09, ΜΕΡΟΣ 2ο

Πριν κάνα δίμηνο είχα δει μία παράσταση η οποία, από ό,τι είδα στο Αθηνόραμα, έχει κατέβει πλέον. Παρόλα αυτά τότε είχα γράψει μια παρουσίαση, από την πλευρά του θεατή πάντα, αφού δεν είμαι ούτε κριτικός θεάτρου ούτε θεατρολόγος και είπα να την ανεβάσω.

Η ομάδα epta παρουσιάζει στο θέατρο “ΑΡΤΙ” την παράσταση “ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ’09, ΜΕΡΟΣ 2ο“, μια παράσταση που πραγματεύεται τους θεούς –με την ευρύτερη έννοια του όρου- του σήμερα και τους γενικότερους προβληματισμούς πάνω στο θέμα της πίστης.

Πρόκειται για μία παράσταση σύγχρονου θεάτρου, βασισμένη στο devise theater και τον αυτοσχεδιασμό. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που παρακολουθεί ο θεατής είναι μια σειρά σχεδόν χορογραφημένων κινήσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στην κυκλική επανάληψη των σημείων στα οποία οι καλλιτέχνες θέλουν να δοθεί έμφαση, μέσα σε ένα λιτό έως μηδαμινό σκηνικό. Συγκεκριμένοι διάλογοι ουσιαστικά δεν υπάρχουν. Οι όποιες συζητήσεις, συμβαίνουν ενώ ο καθένας επαναλαμβάνει για κάποιες φορές ένα μίνι μονόλογο, στον οποίον ο άλλος περιπλέκει σαν απάντηση τα δικά του λόγια, βγάζοντας ουσιαστικά, τρία διαφορετικά αποτελέσματα.

Ο συγχρωτισμός του θεατή με το έργο, στην πραγματικότητα ξεκινάει πριν αρχίσει η παράσταση. Καθώς τα φώτα είναι ακόμα αναμμένα και ο κόσμος περιφέρεται μεταξύ της εισόδου, του φουαγιέ και των θέσεων, ακούγεται μία μουσική σαν κάποιος να παίζει με τους σταθμούς ενός ραδιοφώνου, που όμως καθόλου τυχαία δεν είναι. Έχουν γίνει επιλογές από βαριά λαϊκά και κλασσικό ροκ, μέχρι ομιλίες και εκκλησιαστικές λειτουργίες. Είναι δε τόσο πετυχημένο ως ραδιοφωνικό ζάπινγκ, που αν δεν υπήρχε η επανάληψη κάποια στιγμή, θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι πραγματικά κάποιος παίζει με το ραδιόφωνο, χωρίς, όχι απλά να μην βρίσκει αυτό που θέλει να ακούσει, αλλά να μην θέλει να ακούσει κάτι. Απλά παίζει νευρικά με την συνεχή εναλλαγή των σταθμών, δημιουργώντας μια ελαφρώς χαοτική αίσθηση.

Με αυτή την αίσθηση να κυριαρχεί, τα φώτα σβήνουν και η παράσταση αρχίζει, μαζί με τις διαφορετικές σκέψεις που αρχίζουν να περνούν από το μυαλό του καθένα. Μπροστά από τα μάτια μας αλλά, κυρίως, μπροστά από τον καθρέφτη της ψυχής μας πέρασαν οι θεοί, οι θρησκείες, οι ενοχές, τα λάθη, η καθημερινότητα σε σχέση με όλα αυτά, το επέκεινα. Η θρησκευτικότητα, που σε όλες τις στιγμές της ιστορίας και της προϊστορίας ανέπτυσσε ο άνθρωπος ψάχνοντας να βρει απαντήσεις κυρίως στο “από πού ήρθα” και στο “τι υπάρχει μετά”, αλλά και γενικότερα να εξηγήσει πράγματα που του ήταν ακατανόητα δημιούργησαν τους κατά περιόδους θεούς. Περνώντας από θεοποιήσεις νεκρών, ουρανίων σωμάτων και φυσικών φαινομένων αρχικά και από τις σύγχρονες θρησκείες των σταυροφοριών, της ιεράς εξέτασης και των ιερών πολέμων στη συνέχεια, φτάσαμε σε ένα μπερδεμένο 2009, όπου ίσως να πιστεύουμε πια ότι δεν υπάρχει θεός, ίσως όμως και να τον χρειαζόμαστε πιο πολύ από ποτέ.

Η θρησκευτικότητα δεν είναι μόνο η λύση για την εξήγηση ακατάληπτων για τον ανθρώπινο νου φαινομένων. Είναι και η ελπίδα για έξωθεν βοήθεια, για μας αλλά και για όσους θα θέλαμε να βοηθήσουμε. Στον τοίχο στο πίσω μέρος του σκηνικού είναι κολλημένα χαρτιά με διάφορες εκφράσεις και φωτογραφίες, τα οποία οι ηθοποιοί ξεκρεμάνε ένα ένα και μας τα δείχνουν, πετώντας στη συνέχεια κάτω και δημιουργώντας έτσι μια αίσθηση αυξανόμενου χάους. Πιστεύεις, τι πιστεύεις, σε τι πιστεύεις, βοήθεια, αγαπάτε αλλήλους, φωτογραφίες παιδιών του τρίτου κόσμου και θυμάτων πολέμου, ποιος είμαι, σ’ αγαπώ, είμαι ελεύθερος, φοβάμαι… Μου είναι αδύνατον να θυμηθώ τι από όλα τα παραπάνω ήταν γραμμένο και τι περνούσε τη στιγμή που έβλεπα από το μυαλό μου. Μέσα στο χαμό που είχε δημιουργηθεί από τα χαρτιά ήρθαν να προστεθούν και μερικά ψεύτικα γαρίφαλα, κάποια από τα οποία κατέληξαν στα χέρια μας από μία βόλτα μιας ηθοποιού στο κοινό.

Είναι ο Θεός θεός; Και ποιος θεός; Χριστός, Μωάμεθ ή Βούδας; Είναι ο Έλβις θεός; Έλβις, Michael Jackson ή Καζαντζίδης; Μπορώ να πιστεύω χωρίς να είμαι πιστός; Όλα αυτά και, ίσως πολλά περισσότερα, ήταν η προβληματική που προσπάθησε να προσεγγίσει το έργο. Το έβλεπες στα πρόσωπα των θεατών την ώρα που έβγαιναν από το μικρό θεατράκι της οδού Ηπείρου, με το ακόμα μικρότερο και χωρίς προσωπικό φουαγιέ, όπου έπαιρνες μόνος σου και δωρεάν ό,τι ήθελες. Το κάθε πρόσωπο είχε διαφορετική όψη, δείγμα του ότι ο καθένας “είδε” μια άλλη παράσταση, μέσα από την αποδόμηση της ομάδας epta για τους προσωπικούς σωτήρες που ψάχνει ο καθένας μας.

Για πείτε μου τώρα…

… αγαπητοί και, όπως πάντα, ατελείωτοι αναγνώστες μου, πολύ πολύ σοβαρά όμως. Τι αξίζει περισσότερο και τι θα θυσιάζατε για το άλλο; Την Ηθική ή την Ευτυχία; Και προσέξτε: Χωρίς να θίγεται σοβαρά η Ηθική, σε περίπτωση που η απάντηση είναι η Ευτυχία και, αντίστοιχα, χωρίς να θίγεται σοβαρά η Ευτυχία, σε περίπτωση που η απάντηση είναι η Ηθική. Μιλάμε για ελάχιστες απώλειες σε κάθε περίπτωση· το θέμα όμως είναι καθαρά προτεραιοτήτων και Αρχών -αυτές τις άτιμες οι αρχές, που μας βασανίζουν, αλλά και που, ίσως, καθώς για μένα είναι ακόμα υπό έρευνα, μας κρατάνε “καλούς καγαθούς” ανθρώπους. Και, ειλικρινά, δεν ξέρω αν έτσι το κάνω πιο απλό ή πιο δύσκολο· πάντως, σε κάθε περίπτωση, το θέμα είναι οι Αρχές. Αν θες, πες μου και για σοβαρά εκατέρωθεν θιγόμενες περιπτώσεις και τις εκεί επιλογές σου, σε σχέση με το θύμα -την ηθική ή την ευτυχία. Αλλά πραγματικά ρε πούστη μου, τι βάζεις μπροστά; Γράψε μου έτσι χύμα και τσουβαλάτα, χωρίς πολλές πολλές φιοριτούρες. Και με μια υποτυπώδη ανάλυση, σε 2-3 γραμμές ή έστω μια πρόταση· ακόμα και μια δυο λέξεις· ή τίποτα, απλά ψηφοφορία, ένα μονολεκτικό poll.

Βέβαια οι μακροσκελείς και αναλυτικές επεξηγήσεις, είναι περισσότερο από καλοδεχούμενες. Είναι, για μένα, σαν δώρο, παρότι είναι σπάνιες· αλλά δεν είναι υποχρεωτικές. Αντίθετα με τους περισσότερους, ο μακροπερίοδος και υπεραναλυτικός λόγος, τα σεντόνια να πούμε, ποτέ δεν με ενόχλησαν. Θα το έχετε παρατηρήσει, άλλωστε και από τα γραπτά μου.

Αντίο Claude Lévi-Strauss

Στις 30 Οκτωβρίου του 2009, ύστερα από πάρα πολλά ταξίδια σε όλο τον κόσμο, ξεκίνησε για το τελευταίο του ταξίδι, πλήρης ημερών, ο μεγάλος εθνολόγος και πατέρας της σύγχρονης ανθρωπολογίας Claude Lévi-Strauss.
Τον Κλοντ Λεβί-Στρος, τον γνώρισα πριν περίπου ένα χρόνο, όταν ανέλαβα να κάνω μια παρουσίαση στο πανεπιστήμιο για το βιβλίο του “Φυλή και Ιστορία”, στα πλαίσια της θεματικής ενότητας “Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό” και, πρέπει να ομολογήσω, πως από τότε που το διάβασα, άλλαξε όλος ο τρόπος σκέψης μου. Ή -πιο σωστά- μπήκαν σε μία τάξη όλα αυτά που σκεφτόμουν για χρόνια και, άλλα ήταν μπερδεμένα, άλλα με ερωτηματικό. Σε αυτές τις λίγες σελίδες εξετάζει το γιατί επικράτησε ο δυτικός πολιτισμός έναντι των άλλων και εξηγεί, με έναν μοναδικό τρόπο, την έννοια της βαρβαρότητας.

Σαν ένα αντίο αλλά και σαν φόρο τιμής στον άνθρωπο που πιθανότατα, αν δεν υπήρχε, δεν θα υπήρχε και η επιστήμη που σπουδάζω σήμερα, θα ανεβάσω αυτή την παρουσίαση που είχα κάνει τότε. Πριν από αυτό όμως δεν μπορώ να μην αναφέρω δύο γεγονότα που συνδέονται με αυτήν.

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση, θεώρησα σωστό να γράψω μερικά βιογραφικά στοιχεία για τον συγγραφέα. Ο Κλοντ Λεβί-Στρος γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1908. Έψαχνα λοιπόν αρκετές ώρες για να βρω ημερομηνία θανάτου, έχοντας σίγουρο πως είχε πεθάνει, αφού ήταν ήδη Νοέμβριος του 2008. Μετά από πολύ ψάξιμο εγκατέλειψα την προσπάθεια, θεωρώντας όμως την παρουσίαση ελλιπή. Η τύχη μου όμως μου χαμογέλασε. Μερικές μέρες αργότερα και, ευτυχώς, πριν την παρουσιάσω, πέφτω πάνω σε μία εφημερίδα που έγραφε για το καινούριο του βιβλίο, ένα φωτογραφικό λεύκωμα, το οποίο έβγαινε με την ευκαιρία της συμπλήρωσης τον 100 χρόνων του. Χωρίς να γράψω τίποτα παραπάνω, η παρουσίαση είχε ολοκληρωθεί.

Το δεύτερο που θέλω να αναφέρω είναι λίγο ψωνέ όπως και να το κάνουμε, αλλά δεν κρατιέμαι και θα το πω. Η καθηγήτριά μας, η κυρία Κατερίνα Αλεξοπούλου, κάθε χρόνο δίνει κάποια βιβλία στους φοιτητές της, εθελοντικά, για να κάνουν παρουσίαση. Αφού τελείωσα την ανάγνωση της δικιάς μου, μου είπε ότι αυτό το βιβλίο δεν πρόκειται να το ξαναδώσει για παρουσίαση, και στις επόμενες χρονιές θα δίνει τη δικιά μου απευθείας, γιατί δεν πιστεύει ότι μπορεί να γίνει καλύτερη παρουσίαση για αυτό το βιβλίο. Ε, θα έσκαγα αν δε το ‘λεγα. Τώρα μπορείτε να τη διαβάσετε, αφού σας διευκρινίσω ότι, εκτός από την πρώτη παράγραφο, ό,τι άλλο είναι γραμμένο με πλάγια γράμματα, είναι αυτούσια μεταφορά από το βιβλίο.

ΦΥΛΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ



ΤΟΥ
CLAUDE LÉVI-STRAUSS

ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ UNESCO, 1952
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ, 1991 ΚΑΙ 1995
ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΥΡΥΔΙΚΗΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
aggelos-x-aggelos

Γενικά: Ο CLAUDE LÉVI-STRAUSS στο έργο του “Φυλή και Ιστορία”, δίνει επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις σε ερωτήματα όπως «Υπάρχει ένας παγκόσμιος πολιτισμός;», «Ποια είναι η συνεισφορά των επιμέρους πολιτισμών στη διαμόρφωσή του;», «Καθορίζονται αυτές οι συνεισφορές από φυλετικούς παράγοντες;» και «Ποιος είναι ο ρόλος του δυτικού πολιτισμού και γιατί επικράτησε η τεχνική του σε ολόκληρο τον πλανήτη». Όλα αυτά μέσα από πνεύμα κατανόησης, ανοχής και ανθρωπισμού και ξεπερνώντας ρατσιστικές αντιλήψεις.

Ξεκινώντας το βιβλίο του, παραδέχεται ότι ακόμα και ο Gobineau, ο οποίος αναγορεύτηκε από τους ιστορικούς σε πατέρας των ρατσιστικών θεωριών, δεν αντιλαμβανόταν τις ανθρώπινες φυλές ως άνισες αλλά ως διαφορετικές. Άρα, οι όποιες διαφορές, δεν οφείλονται σε ανατομικούς παράγοντες, αλλά σε κοινωνικούς ιστορικούς και γεωγραφικούς. Σε αυτό το σημείο όμως θέτει το ερώτημα του γιατί τελικά επικράτησε ο πολιτισμός των λευκών σε σχέση με τους έγχρωμους λαούς, αν δεν υπάρχουν έμφυτες φυλετικές ικανότητες.

Σε μια προσπάθεια καταγραφής των πολιτισμικών διαφορών αντιλαμβανόμαστε ότι οι πολιτισμοί δεν διαφέρουν μεταξύ τους ούτε κατά τον ίδιο τρόπο, ούτε στο ίδιο επίπεδο και, σίγουρα δεν θα μάθουμε ποτέ για εξαφανισμένους πολιτισμούς που δεν άφησαν κάτι γραπτό. Άρα η ποικιλομορφία τους είναι σίγουρα πιο μεγάλη από όσο μπορούμε να καταλάβουμε. Μέσα από διάφορα παραδείγματα για τις περιπτώσεις που μπορούμε να εξετάσουμε, προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι διαφορές είναι συνδεδεμένες με την γεωγραφική θέση των κατοίκων αλλά, κυρίως, με τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνιών, παρά με την απομόνωσή τους.

Στη συνέχεια διαπιστώνει ότι η διαφορετικότητα των φυλών, σπάνια παρουσιάστηκε στους ανθρώπους ως ένα φυσικό φαινόμενο αλλά ως τερατούργημα ή σκάνδαλο. Βάρβαροι ή άγριοι είναι οι λέξεις που χρησιμοποιούσαν πάντα οι άνθρωποι, αρνούμενοι να δεχτούν την πολιτισμική ποικιλομορφία και αποδίδοντας τις όποιες διαφορές στη φύση. Αυτό είναι και το χαρακτηριστικό των αγρίων: το να χαρακτηρίζουν άγριους όσους επιλέγουν ως τέτοιους. Βάρβαρος είναι κατ’ αρχάς όποιος πιστεύει στη βαρβαρότητα, μας λέει και συνεχίζει λέγοντάς μας για τον ψευδοεξελικτισμό, την απόπειρα δηλαδή της κατάργησης της ποικιλομορφίας και της εξάλειψης δυσάρεστων διαφορών, μέσω πάμπολλων θεωριών.

Εξετάζοντας κάποιους αρχαίους πολιτισμούς και συγκρίνοντας τους με κάποιους νεότερους, μέσα από παραδείγματα όπως η χρήση του λίθου, της ζωγραφικής ή του μετάλλου, μας δείχνει ότι όλοι οι λαοί ακολούθησαν μια κοινή πορεία με διαφορετική όμως ταχύτητα. Γνωρίζοντας όμως ότι υπάρχουν ευρήματα των οποίων τη χρήση δεν έχουμε ακόμα κατανοήσει, υποπίπτουμε στο λάθος του να παίρνουμε το μέρος της γνώσης μας ως το όλον της και να σχηματίζουμε λάθος άποψη. Όμως, το ότι δεν θα μάθουμε ποτέ την ιστορία ενός λαού δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε ή ότι ήταν στάσιμη. Και καταλήγει: “Δεν υπάρχουν νήπιοι λαοί· όλοι είναι ενήλικοι ακόμα και αυτοί που δεν έγραψαν το ημερολόγιο της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας“.

Στη συνέχεια, ασχολούμενος με τους λαούς των οποίων την ιστορία δεν γνωρίζουμε πλήρως, μας εξηγεί ότι, παρά το αναμφίβολα μεγάλο μέγεθος των επιτευγμάτων τους, δεν είναι εύκολο να τα κατατάξουμε σε μία κανονική και συνεχή σειρά, καθώς η πρόοδος δεν είναι ούτε απαραίτητη ούτε συνεχής. Προχωρεί με αιφνίδιες μεταβολές και η πορεία των αλμάτων της μόνο πορεία προς τα εμπρός δεν είναι. Την παρομοιάζει δε, με την κίνηση του αλόγου στο σκάκι. Πολλές κινήσεις, αλλά πάντα προς διαφορετική κατεύθυνση. Και όλοι οι πολιτισμοί έκαναν σωρευτικές κινήσεις εξέλιξης, αλλά ό,τι κέρδιζαν με το ένα κινδύνευαν να το χάσουν με το άλλο.

Μπαίνοντας στο 6ο κεφάλαιο αρχίζει να γίνεται σαφές αυτό που θέλει να καταδείξει ο Lévi-Strauss σε αυτό το έργο του. Αυτό που μας κάνει να βλέπουμε έναν πολιτισμό ως σωρευτικό ή στάσιμο είναι δική μας οπτική, η οποία είναι συνήθως εθνοκεντρική. Έναν πολιτισμός που ανέπτυξε αξίες ή τεχνολογία που μοιάζει με τη δική μας ή στηριχτήκαμε σε αυτή για να προχωρήσουμε, τον χαρακτηρίζουμε σωρευτικό ενώ έναν του οποίου οι αξίες δεν μας χρησίμευσαν τον απορρίπτουμε ως στάσιμο, αδιαφορώντας για το κατά πόσο σημαντικά ήταν τα επιτεύγματά του για την κοινωνία του. Με το παράδειγμα του πως αντιλαμβάνεται ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε ένα τρένο την ταχύτητα των άλλων τρένων και το παράδειγμα που κάποιος κοιτάει σε ένα μικροσκόπιο, οπότε λίγα χιλιοστά πιο πίσω βλέπει μια εντελώς παραμορφωμένη εικόνα, μας εξηγεί το πόσο σημαντικά ήταν τα κάθε λογής πολιτισμικά επιτεύγματα του κάθε πολιτισμού για να ξεπεράσει τα εγγενή του προβλήματα, σε σχέση με το πόσο αδιάφορα μας φαίνονται μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούν να μας χρησιμεύσουν. Με άλλα λόγια, φαινόμαστε ο ένας στον άλλο στερημένοι ενδιαφέροντος μόνο και μόνο επειδή δεν μοιάζουμε.

Ίσως κάποιοι να φέρουν την εξής αντίρρηση: αφού κανείς πολιτισμός δεν μπορεί να βγει από τον εαυτό του, δεν μπορεί να έχει αντικειμενική κρίση για τους υπόλοιπους. Όμως αυτό δεν συμβαίνει πράγματι. Αντιθέτως, οι υπάρχοντες πολιτισμοί είναι αυτοί που αναγνωρίζουν την υπεροχή του δυτικού και στις διεθνείς συνελεύσεις, αντί να τους κατηγορούν ότι τους δυτικοποιούν, τους κατηγορούν γιατί δεν τους παρέχουν αρκετά μέσα ώστε να δυτικοποιηθούν πιο γρήγορα. Και φτάνει σε ένα καίριο σημείο του θέματος. Δεν θα χρησίμευε σε τίποτα να θελήσουμε να υπερασπίσουμε την πρωτοτυπία των ανθρώπινων πολιτισμών ενάντια σ’ αυτούς τους ίδιους. Φυσικά, το φαινόμενο του οικουμενικού πολιτισμού είναι πρωτοφανές στην παγκόσμια ιστορία, και δεν είναι καν βέβαιο πόσο θα κρατήσει. Γεγονός είναι πάντως ότι αυτή η προσχώρηση είναι περισσότερο έλλειψη επιλογής παρά ελεύθερη απόφαση, αφού πέραν των άλλων παραδειγμάτων που αναφέρει, υιοθετεί την άποψη του Leslie White ότι ο δυτικός πολιτισμός αυξάνει διαρκώς την ποσότητα ενέργειας και το όριο ζωής. Παρόλα αυτά, εδώ και οκτώ με δέκα χιλιάδες χρόνια έχουμε καταφέρει μόνο να τελειοποιήσουμε τις τεράστιες ανακαλύψεις που έγιναν τη νεολιθική εποχή, όπως τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Η τύχη σε όλα αυτά σίγουρα έχει παίξει κάποιο ρόλο, σίγουρα όμως όχι αυτόν που της αποδίδουν συνήθως. Η πολυπλοκότητα και η ποικιλομορφία των πράξεων που εμπεριέχονται στις πιο απλές εφευρέσεις, όπως για παράδειγμα το ψήσιμο του πηλού για να σκληρύνει, είναι τέτοιες που εκμηδενίζουν τον παράγοντα τύχη. Τα περισσότερα επιτεύγματα είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς, κάτι που τείνουμε να ξεχνάμε για τους παλιότερους πολιτισμούς και να κρατάμε περισσότερο για τους δικούς μας. Έτσι και η βιομηχανική επανάσταση, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με την επανάσταση που συντελέστηκε στη νεολιθική εποχή, είναι προϊόν, αφενός σκληρής δουλειάς, αφετέρου όμως, της σώρευσης του κεφαλαίου της νεολιθικής εποχής. Όμως, όπως εκείνη την περίοδο σε διαφορετικά και εντελώς αποκομμένα μεταξύ τους μέρη, συντελέστηκαν οι ίδιες εξελίξεις, έτσι –είναι βέβαιος ο Lévi-Strauss- θα συνέβαινε οπωσδήποτε και η βιομηχανική επανάσταση κάπου αλλού αν δεν συνέβαινε στην Ευρώπη, με μια διαφορά 100 με 200 χρόνια, που θα ήταν εντελώς αδιάφορη για τον ιστορικό του μέλλοντος.

Τέλος ο Lévi-Strauss μας λέει ότι η ανθρωπότητα ξανοίγεται σε διαφορετικές “πολιτισμικές επιχειρήσεις” χωρίς πάντα βέβαιο αποτέλεσμα. Αντίθετα, κάποιες φορές μπορεί και να χάσει, ακριβώς όπως ένας παίκτης της ρουλέτας. Γενικώς όμως, εκείνο που προσπάθησε να δείξει με αυτό το έργο του, είναι ότι η αληθινή συνεισφορά των πολιτισμών δεν συνίσταται στις ιδιαίτερες εφευρέσεις τους αλλά στη διαφορική απόκλιση μεταξύ τους, καθώς και ότι ένας παγκόσμιος πολιτισμός δεν μπορεί να υπάρξει με την έννοια που δίνουμε στον όρο, εφόσον συνεπάγεται τη συνύπαρξη των πολιτισμών οι οποίοι παρουσιάζουν τη μέγιστη διαφορά μεταξύ τους.

Κλείνοντας δίνει έμφαση στη συνεργασία που πρέπει να έχουν οι ανθρώπινες κοινωνίες μεταξύ τους. Η ποικιλομορφία των ανθρωπίνων πολιτισμών βρίσκεται πίσω μας, γύρω μας και μπροστά μας. Η μόνη απαίτηση που μπορούμε να προβάλουμε ως προς αυτή είναι να πραγματοποιείται με μορφές, από τις οποίες κάθε μία, με τη συνεισφορά της, θα κάνει τις άλλες να γίνονται ακόμα πιο γενναιόδωρες.

* * *
Bon voyage, mon ami …

Αγαπημένο μου ημερολόγιο…

Από την αρχή σχεδόν που σε δημιούργησα, ήθελα να γράψω ένα post με αυτόν τον τίτλο αλλά τον φύλαγα για μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Τώρα νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να γράψω ένα κείμενο που να ξεκινάει έτσι.

Σε ότι έχει να κάνει με πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου (ανθρωπίνων σχέσεων εξαιρουμένων), είσαι νομίζω ό,τι πιο πετυχημένο έχω καταφέρει. Ποτέ δεν ήμουν τυπικός μαζί σου, αλλά ποτέ δεν ήμουν τυπικός στα περισσότερα πράγματα που αγαπάω. Οπότε δεν θα το θεωρήσω ως αρνητικό.

Από την ημέρα που ξεκίνησα να γράφω δημόσια, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει στη ζωή μου, άλλα προς το καλύτερο και άλλα προς το χειρότερο. Όμως πλέον ξέρω αρκετά καλύτερα τον εαυτό μου. Η πιο σημαντική αλλαγή που έγινε ήταν η εισαγωγή μου στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Αυτό από μόνο του, δημιουργεί πάρα πολλές προοπτικές για πολλά και δημιουργικά πράγματα και, γενικότερα, σαν μέσο όρο, μπορώ να πω ότι, παρά τα προβλήματα, η ζωή μου στο σύνολό της έχει καλυτερέψει κατά πολύ.

Όσοι διαβάζουν αυτό το ιστολόγιο από την αρχή του, ξέρουν ότι πολύ σπάνια γράφω προσωπικά πράγματα και, όταν καμιά φορά το κάνω, προσπαθώ να τα δω από μια εξωτερική πλευρά, ώστε να προκύψει ένα θέμα. Τέλος πάντων, σήμερα θα παραβώ πλήρως αυτόν τον κανόνα και θα γράψω κάτι εντελώς προσωπικό και παρακαλώ να εκληφθεί ως δήλωση ταυτότητας, ως επεξήγηση του ποιος είμαι και τι κάνω.

Δεν μπορώ να κρύψω ότι από τη στιγμή που κατάφερα να μπω στο πανεπιστήμιο, έχω σοβαρά στο μυαλό μου την καριέρα του επιστήμονα και του συγγραφέα. Όχι του μυθιστοριογράφου και εν γένει λογοτέχνη, αλλά ως αρθρογράφος, χρονογράφος, ερευνητής κλπ. Αυτό είναι ένα όνειρο. Μακάρι να πετύχει…

Αν πετύχει όμως, θα ήθελα να δηλώσω ένα πράγμα. Εκείνο που θα ήθελα να μείνει πίσω μου σαν συγγραφικό έργο, εκείνο στο οποίο θα ήθελα να συμβάλλω σαν άνθρωπος στην κοινωνία και να αφήσω σαν κληροδότημα στις επόμενες γενιές, εκείνο, τέλος πάντων, για το οποίο θα ήθελα να με θυμούνται μετά το θάνατό μου οι άνθρωποι, είναι ότι όλο μου το έργο περιστράφηκε γύρω από την ανάλυση, περιγραφή, συγκεκριμενοποίηση και όσο το δυνατόν περισσότερο περιορισμό του φασισμού σε όλες του τις μορφές. Αν καταφέρω να γίνω ένας αξιόλογος επιστήμονας, που τα γραπτά του θα έχουν κάποια διαχρονική αξία, αυτό το κομμάτι θέλω να είναι το “γήπεδό” μου.

Αυτό βέβαια κυρίως εκτός blog. Το blogάκι μου θέλω να παραμείνει όπως είναι, με τις φιλοσοφίες του, τα χιουμοριστικά του, τις ασυναρτησίες του αλλά και τα σοβαρά του, τις περισσότερες φορές όμως γύρω από αυτό το φλέγον θέμα του φασισμού, το οποίο για κάποιο λόγο με τρομάζει κάθε μέρα και περισσότερο και κάθε μέρα το βλέπω να γίνεται και πιο έντονο γύρω μου/μας.

Αυτό που κάνω τώρα είναι κατά κάποιο τρόπο μια προσωπική δέσμευση για πολλά πράγματα. Ότι θα τελειώσω τις σπουδές μου, ότι θα συνεχίσω να είμαι δημιουργικός και να γράφω, ότι δεν θα σταματήσω ποτέ να μελετάω. Μακάρι… Μακάρι να τα καταφέρω γιατί, τελευταίως, αρχίζω και το πιστεύω σοβαρά ότι κάτι έχω να πω που αξίζει να ακουστεί και πρώτη φορά τολμώ να το παραδεχτώ δημόσια.

Δεν την έχω ψωνίσει -ακόμα -ελπίζω. Παρακαλώ την επιείκειά σας.

Αθέατο πρόβλημα

Αγαπητέ κύριε Χαρδαβέλλα,

Δεν συνηθίζω να βλέπω τηλεόραση παρά μόνο όταν είμαι πολύ κουρασμένος και θέλω να αποφύγω κάθε σκέψη. Πολύ περισσότερο, όταν καμιά φορά τύχει να δω, οπωσδήποτε αποφεύγω εκπομπές όπου υπάρχουν μισή ντουζίνα καλεσμένοι, διαμετρικά αντιθέτων απόψεων, οι οποίοι μιλάνε όλοι μαζί και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Για κάποιο λόγο όμως σήμερα αποφάσισα να δω την εκπομπή σας Αθέατος κόσμος, την οποία πρέπει να ομολογήσω ότι δεν την είδα ολόκληρη, γιατί θεώρησα ότι δεν είχε κανένα απολύτως νόημα και σηκώθηκα να σας γράψω αυτή την επιστολή και να σας εκθέσω το γιατί πιστεύω ότι δεν είχε νόημα.

Κάποτε ένας μαθηματικός μου είχε πει το εξής: Στην επιστήμη δεν πρέπει να ψάχνεις να αποδείξεις κάτι, γιατί άμα το θες πολύ, τελικά θα το αποδείξεις. Πρέπει να ερευνάς χωρίς να προσμένεις κάτι συγκεκριμένο και να αποδέχεσαι το όποιο αποτέλεσμα, ακόμα και αν είναι αντίθετο με την θεωρία σου ή την ιδεολογία σου ή οτιδήποτε τέλος πάντων σε ώθησε να κάνεις την έρευνα. Κατά τη γνώμη μου το ίδιο ισχύει -ή τουλάχιστον πρέπει να ισχύει- και στη δημοσιογραφία. Όταν κάνεις ένα ρεπορτάζ, πρέπει να ψάχνεις το τι συμβαίνει πραγματικά και όχι αποδείξεις για αυτό που πιστεύεις ή θέλεις να αποδείξεις ότι συμβαίνει.

Το θέμα σας ήταν η κατάσταση που επικρατεί στη Θράκη με το τουρκικό στοιχείο. Δηλώνω ευθύς εξαρχής ότι δεν έχω ιδέα για το τι ακριβώς συμβαίνει. Στο πάνελ σας ήταν ο δημοσιογράφος Κώστας Καββαθάς, η συγγραφέας Αναστασία Καλλιοτζή, δύο βουλευτές των οποίων τα ονόματα δεν θυμάμαι (ο ένας γνωστός φωνακλάς του ΛΑΟΣ και ο άλλος του ΠΑΣΟΚ), ένας δημοσιογράφος με τουρκικό όνομα και κάποιος άλλος. Από την αρχή υπήρχε κάτι που δεν μου άρεσε αλλά δεν μπορούσα να προσδιορίσω ακριβώς τι. Κάποια στιγμή και εν μέσω βίντεο και χάβρας, όλως περιέργως έγινε ένας ήσυχος διάλογος μεταξύ του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ και εσάς. Και αμέσως κατάλαβα τι ήταν εκείνο που με ενοχλούσε.

Ο βουλευτής -θρακικής περιφέρειας- σας είπε ότι η κατάσταση δεν είναι ακριβώς όπως την παρουσιάζετε. Άλλωστε, συμπλήρωσε, δεν ζείτε εκεί όπως εγώ. Και εσείς του απαντήσατε, για μένα έτσι είναι (δεν χρησιμοποιώ εισαγωγικά για τους διαλόγους γιατί δεν θυμάμαι τα ακριβή λόγια). Και όντως ήταν καταφανέστατο ότι για σας έτσι ήταν. Αυτό πήγατε να αποδείξετε με το ρεπορτάζ που κάνατε και σας πληροφορώ ότι το πετύχατε πλήρως.

Είπα από την αρχή ότι δεν γνωρίζω τι γίνετε στη Θράκη. Σαφώς δεν γνωρίζω και αν είχε δίκιο ο βουλευτής που είπε ότι δεν είναι έτσι, όπως επίσης δεν γνωρίζω και αν εσείς έχετε δίκιο που λέτε ότι είναι. Το πρόβλημά μου όμως είναι ότι το ρεπορτάζ φαινόταν έτσι φτιαγμένο για να αποδείξει πράγματα. Άλλωστε δεν ήταν τυχαία και η επιλογή του να καλέσετε τον βουλευτή του ΛΑΟΣ.

Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος και σαφής. Εκείνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι, χάριν της θεαματικότητας, διογκώνετε, ή ακόμα και επινοείτε, θέματα με αποτέλεσμα ο κόσμος να μπερδεύεται -στην καλύτερη περίπτωση- ή ακόμα και να φανατίζεται που είναι το χειρότερο. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις ξεκίνησε η εκπομπή, ένας έσπευσε να δηλώσει Ιρλανδός και ένας άλλος Αρειανός. Με αυτές τις τρομοκρατικές εκπομπές που κάνετε εσείς και πάρα πολλοί συνάδελφοί σας και με τους βαρύγδουπους και καταστροφολογικούς τίτλους,τύπου “Οργανωμένο σχέδιο της Τουρκίας”, “Μας παίρνουν τη Θράκη”, “Ακολουθεί το Αιγαίο” κλπ, έχετε καταφέρει να χαρακτηρίζεται κάποιος ως εθνικιστής ή ανθέλληνας από μία μόνο κουβέντα του.

Αν θέλατε πραγματικά να δείτε τη διάσταση του προβλήματος, θα καλούσατε επιστήμονες και όχι δημοσιογράφους και πολιτικούς, ιδιαίτερα μάλιστα τύπων που λατρεύουν να χαλάνε τη συζήτηση με της φωνές τους και τα “μη με διακόπτεις/να ολοκληρώσω” τους. Γιατί δεν ξανακάνετε την εκπομπή καλώντας δύο ιστορικούς, δύο εθνολόγους, πολιτισμιολόγους, ψυχολόγους ή ακόμα και άτομα που προσπαθούν να λύσουν τα όποια προβλήματα, όπως μέλη διαπολιτισμικών συλλόγων διαφόρων δραστηριοτήτων που σίγουρα δραστηριοποιούνται σε τέτοιες περιοχές με μικτό πληθυσμό; Επειδή δεν φωνάζουν, δεν τρομοκρατούν και δεν κάνουν νούμερα.

Ίσως πάλι και να σας καταλαβαίνω. Αν έπαιρνα και εγώ τις αμοιβές που παίζουν στο χώρο σας, μπορεί να κήρυττα και πόλεμο…

Φιλικά,

aggelos-x-aggelos

Ελεύθερο Πανεπιστήμιο

Τη Στοά του Βιβλίου φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι τη γνωρίζετε. Εκείνο που δεν ξέρω κατά πόσο είναι ευρέως γνωστό είναι τα σεμινάρια που διοργανώνονται εκεί. Ας δούμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.


Η ΣτΒ ιδρύθηκε πριν από 13 χρόνια από την Εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Από το όνομα, φαντάζομαι θα γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για θεσμό που κουβαλάει αρκετά χρόνια στην πλάτη του. Όντως, από ότι διαβάζω στο πρόγραμμα των σεμιναρίων, η εν λόγο εταιρεία ιδρύθηκε το 1836! Σημερινός της πρόεδρος είναι ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης, ο οποίος το 2007 ίδρυσε το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο. Το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο έχει σαν στόχο να προσφέρει σεμινάρια πανεπιστημιακού επιπέδου, σαν μέρος της δια βίου εκπαίδευσης που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει απαραίτητο συστατικό της ζωής μας, με το χαρακτηριστικό όμως της ελεύθερης επιλογής, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του καθένα. Κόστος συμμετοχής υπάρχει, χωρίς όμως να είναι δυσβάσταχτο και με τις φοιτητικές εκπτώσεις ή τις έξτρα εκπτώσεις σε περίπτωση συμμετοχής σε πάνω από ένα πρόγραμμα, γίνεται πραγματικά περισσότερο από ανεκτό. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που διδάσκουν τόσο εξέχοντα ονόματα της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας. Εδώ μπορείτε να κατεβάσετε το πρόγραμμα με όλες τις λεπτομέρειες.

Έτσι λοιπόν και εγώ, μετά την παρότρυνση μιας φίλης και συμφοιτήτριάς μου από το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ), είπαμε να συμμετάσχουμε σε ένα σεμινάριο, το οποίο θα μας βοηθούσε και σε κάποια κομμάτια της φετινής μας θεματικής. Και εδώ ξεκινάνε τα ευτράπελα!

Αρχικά λοιπόν, δεν κατάλαβα ότι αν δηλώσεις συμμετοχή σε παίρνουν. Νόμισα ότι γίνεται κάποιο είδος κλήρωσης ή κάτι τέτοιο. Οπότε για να είμαι σίγουρος ότι θα με πάρουν, δηλώνω το σεμινάριο που μας ενδιέφερε πρώτο και στη συνέχεια δηλώνω και όλα τα υπόλοιπα της περιόδου Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου (άλλα τέσσερα). Έτσι την επόμενη μέρα μου έρχεται ένα e-mail που με πληροφορούσε ότι είχε εγκριθεί η συμμετοχή μου σε όλα, και το μόνο που είχα να κάνω ήταν να πάω να κάνω την κατάθεση στην τράπεζα! Είπαμε ότι είναι φτηνά, αλλά για κάνα δυο, όχι για όλα. Άσε που και τσάμπα να ήταν, έχω και ένα κανονικό πανεπιστήμιο να τελειώσω, πόσες ώρες έχει πια αυτή η μέρα;

Τρέχω λοιπόν από τα γραφεία τους, τους εξηγώ ότι δεν έγινα τώρα τελευταία ηλίθιος αλλά ήμουν πάντα έτσι και ακυρώνω τα τρία από τα πέντε. Δεν ακύρωσα και τα τέσσερα που είχα δηλώσει παραπάνω, πρώτον επειδή ντρεπόμουν (είμαι ένας ντροπιάρης ηλίθιος) και δεύτερον, επειδή το ένα το έκανε ο ίδιος ο Μπαμπινιώτης και είχα πάντα μια μεγάλη περιέργεια να τον γνωρίσω.

Πηγαίνω λοιπόν στο πρώτο μάθημα που ήταν Δευτέρα (το άλλο με τη φίλη μου ήταν Τετάρτη) και συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι σε μία αίθουσα όπου υπήρχαν περίπου διακόσιες γυναίκες, με μέσο όρο ηλικίας τα 25 και τρεις -μαζί με μένα- άντρες! Το ακόμα πιο εντυπωσιακό ήταν ότι αντίκριζα την αίθουσα πανοραμικά καθώς ήταν στο υπόγειο και κάθε σκαλί που κατέβαινα μου τις αποκάλυπτε ανά εικοσάδες. Φτάνοντας στο ίδιο επίπεδο με αυτό το πρωτοφανές φιλολογικό χαρέμι, στεκόταν μία ευγενέστατη κυρία η οποία μας προέτρεπε να βάλουμε τα χέρια μας σε ένα μηχάνημα που έβγαζε κάτι σαν οινόπνευμα για απολύμανση (πολύ δροσιστικό!) και τη ρωτάω: “Υπάρχει και τμήμα αρρένων;” Προφανώς, δεν κατάλαβε από την αρχή το λόγο της ερωτήσεως, αλλά έκανε τη σωστή κίνηση. Κοίταξε γύρω της.

Αφού σκάσαμε και οι 2 στα γέλια πήγα και έκατσα σε μία καρέκλα στην πρώτη σειρά. Ακριβώς μπροστά μου ήταν η έδρα που, υπέθεσα, ότι θα στεκόταν ο ομιλητής μας. Δέκα λεπτά αργότερα βλέπω τον Μπαμπινιώτη να κατεβαίνει τα προαναφερθέντα χαρεμοαποκαλυπτικά σκαλιά, να μας καλησπερίζει και να συνεχίζει για το βάθος της αίθουσας. Όταν έφτασε κοντά στον τοίχο, έστριψε αριστερά και κατέβηκε και κάποια άλλα σκαλιά, την ύπαρξη των οποίων δεν είχα αντιληφθεί μέχρι εκείνη την ώρα, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί τελείως από το οπτικό μου πεδίο. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα άκουσα και δεύτερη καλησπέρα, αυτή τη φορά όμως από τα ηχεία και ένας προτζέκτορας προέβαλε σε ένα πανί αυτό που κανονικά θα έπρεπε να βλέπω από την πρώτη σειρά.

Όταν κατάλαβα τι είχε συμβεί δεν είχα και πολλά περιθώρια να το αλλάξω. Πολύ απλά, ο χώρος είχε 2 υπόγεια και εμείς είχαμε ένα Μπαμπινιώτη και ένα ολόγραμμα Μπαμπινιώτη. Πάλι καλά, θα μπορούσαμε να ακούμε μόνο. Αντίθετα, όχι μόνο τον βλέπαμε αλλά η κάμερα έκανε και τα απαραίτητα ζουμ στον προτζέκτορα της κάτω αίθουσας που χρησιμοποιούσε για τις διαφάνειές του, με αποτέλεσμα να στερηθούμε μόνο τη φυσική του παρουσία και καμία πληροφορία.

Το καλύτερο όμως το κράτησα για το τέλος, αφενός γιατί έτσι όφειλα ως ένας σωστός αρθρογράφος και, αφετέρου, γιατί στο τέλος συνέβη. Αφού λοιπόν τελείωσε η ομιλία, αποφάσισα να τον πλησιάσω και να του κάνω μια ερώτηση, περισσότερο για να του έχω κάνει μια ερώτηση και λιγότερο για να την ερώτηση την ίδια. Το ίδιο σκέφτηκαν και αρκετοί σαν και μένα, οπότε μέχρι να φτάσω στον κάτω όροφο -όπου και ανακάλυψα ότι τελικά υπήρχαν και άντρες- είχε μαζευτεί γύρω του ένα μπουλούκι ανθρώπων, με ποικίλα ερωτήματα. Ένας ένας, έκανε την ερώτηση που ήθελε και αποχωρούσε για να γίνει χώρος και για τους υπόλοιπους, με αποτέλεσμα οι επόμενοι να ακούν και τις ερωτήσεις των προηγουμένων. Έτσι και εγώ άκουσα την ερώτηση του κυρίου που βρισκόταν ακριβώς μπροστά από μένα.

Ο κύριος αυτός ρώτησε τον κύριο Μπαμπινιώτη, αν μπορούσε να του συστήσει κάποιο καλό λεξικό για τη νεοελληνική γλώσσα!!!

Για να επιστρέφουμε σιγά σιγά

Των ατάκτων τα παιδιά,
σαν πεινάσουν παραγγέλνουν!

Ήρθα, τρομάξτε!

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.